Γενικά

Brainspotting vs EMDR: Σύγκριση δύο μεθόδων θεραπείας τραύματος

Brainspotting vs EMDR: Σύγκριση δύο μεθόδων θεραπείας τραύματος

Τι είναι το EMDR;

Το EMDR (Απευαισθητοποίηση και Επανεπεξεργασία μέσω Οφθαλμικών Κινήσεων) είναι μια μέθοδος ψυχοθεραπείας που αναπτύχθηκε από τη Francine Shapiro στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με αρχικό σκοπό τη θεραπεία μετατραυματικού στρες (PTSD). Αποτελεί μια δομημένη προσέγγιση, η οποία συνδυάζει την εστιασμένη ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων με διμερή διέγερση (συνήθως κινήσεις των ματιών δεξιά-αριστερά, αν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εναλλακτικά ηχητικά ή απτικά ερεθίσματα). Το EMDR ακολουθεί ένα προκαθορισμένο πρωτόκολλο 8 φάσεων – ξεκινώντας από τη λήψη ιστορικού και την προετοιμασία, προχωρώντας στην αξιολόγηση της τραυματικής ανάμνησης, την απευαισθητοποίηση μέσω επαναλαμβανόμενων οφθαλμικών κινήσεων, την “εγκατάσταση” θετικών πεποιθήσεων, το σωματικό έλεγχο (body scan) και κλείνοντας με την επανεκτίμηση.

Κατά τη φάση της επεξεργασίας (desensitization), ο θεραπευόμενος φέρνει στο νου του την τραυματική ανάμνηση (εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα και σωματικές αισθήσεις) ενώ ακολουθεί με τα μάτια του τα δάχτυλα του θεραπευτή που κινούνται μπροστά του ή άλλο διμερές ερέθισμα. Οι εναλλασσόμενες οφθαλμικές κινήσεις φαίνεται να βοηθούν στη διευκόλυνση της επαναεπεξεργασίας των “παγωμένων” τραυματικών πληροφοριών στον εγκέφαλο. Έρευνες δείχνουν ότι η διαδικασία αυτή μειώνει τη ζωηρότητα και τη συναισθηματική φόρτιση της ανάμνησης. Πράγματι, το EMDR έχει λάβει διεθνή αναγνώριση: θεωρείται θεραπεία εκλογής για το PTSD από οργανισμούς όπως η APA, η ISTSS και άλλοι, λόγω του πλούτου των επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητά του.

Τι είναι το Brainspotting;

Το Brainspotting είναι μια νεότερη (αναπτύχθηκε το 2003 από τον David Grand) ψυχοθεραπευτική τεχνική, η οποία προέκυψε ως εξέλιξη της δουλειάς του Grand με το EMDR και άλλες σωματικές προσεγγίσεις. Βασίζεται στην παρατήρηση ότι “εκεί που εστιάζεις το βλέμμα σου, επηρεάζει το πώς νιώθεις” – με άλλα λόγια, η θέση στην οποία κοιτάμε μπορεί να συνδεθεί με τις εγκεφαλικές διαδικασίες επεξεργασίας τραύματος. Σε μια τυπική συνεδρία Brainspotting, ο θεραπευτής χρησιμοποιεί έναν δείκτη (pointer) και καθοδηγεί αργά την κίνηση των ματιών του θεραπευόμενου στο οπτικό του πεδίο, για να εντοπίσει συγκεκριμένες θέσεις των ματιών που προκαλούν αισθητή αύξηση στη σωματική διέγερση ή το συναισθηματικό φορτίο – αυτές οι θέσεις αποκαλούνται “εγκεφαλικά σημεία” (brainspots). Όταν βρεθεί ένα τέτοιο “brainspot”, ζητείται από τον θεραπευόμενο να διατηρήσει το βλέμμα του εστιασμένο σε αυτό το σημείο.

Σε αντίθεση με το EMDR, όπου στόχος της παρέμβασης είναι η ίδια η τραυματική ανάμνηση, στο Brainspotting στόχος γίνεται το οπτικό σημείο που προκαλεί την ενεργοποίηση. Ο θεραπευόμενος κρατά την προσοχή του σε αυτό το σημείο ενώ παράλληλα παρατηρεί τις εσωτερικές σωματικές του αισθήσεις και τα συναισθήματα που αναδύονται. Συχνά χρησιμοποιείται μια απαλή διμερής ηχητική stimul (π.χ. ειδική μουσική που εναλλάσσεται στα αριστερό και δεξί ακουστικό) – ο λεγόμενος “BioLateral” ήχος – καθ’ όλη τη διάρκεια της επεξεργασίας, ώστε να διατηρείται η διέγερση και των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου. Σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι κατά το Brainspotting δεν απαιτείται συνεχής λεκτική ανταπόκριση από τον θεραπευόμενο: μπορεί να υπάρξουν μεγάλα διαστήματα σιωπής όπου το άτομο επεξεργάζεται εσωτερικά το βίωμά του, χωρίς να περιγράφει με λόγια τι νιώθει. Ο θεραπευτής διατηρεί μια στάση ενσυναισθητικής παρουσίας και “συντονίζεται” με τον θεραπευόμενο (γνωστό ως “διπλός συντονισμός”, τόσο σε νευροβιολογικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο), έτοιμος να παρέμβει μόνο αν χρειαστεί για να κατευθύνει ελαφρά την προσοχή πίσω στις σωματικές αισθήσεις όταν αυτή αποσπάται. Η όλη διαδικασία επιτρέπει στον εγκέφαλο του θεραπευόμενου να προχωρήσει σε μια βαθιά, αυτοκαθοδηγούμενη επεξεργασία του τραύματος, με την ασφαλή παρουσία του θεραπευτή.

Ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα σε EMDR και Brainspotting

Παρά τις διαφορές τους, το EMDR και το Brainspotting έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία καθώς και σημαντικές διακριτές διαφορές στην προσέγγιση. Ας δούμε συνοπτικά τα βασικά σημεία σύγκρισης:

  • Εστίαση στον εγκέφαλο και το σώμα (bottom-up επεξεργασία): Και οι δύο μέθοδοι θεωρούνται “εγκεφαλο-σωματικές” παρεμβάσεις. Τόσο το EMDR όσο και το Brainspotting αξιοποιούν την κίνηση ή τη στάση των ματιών για να προσεγγίσουν τραυματικές μνήμες σε βαθύτερα, υποφλοιώδη επίπεδα του εγκεφάλου. Επίσης, και οι δύο ενθαρρύνουν τον θεραπευόμενο να διατηρεί μια στάση ενσυνείδητης παρατήρησης των εσωτερικών του εμπειριών κατά τη θεραπεία – δηλαδή να προσέχει χωρίς κριτική τις σκέψεις, εικόνες, συναισθήματα και σωματικές αισθήσεις που αναδύονται. Με άλλα λόγια, κοινό στοιχείο είναι η χρήση της ενσυνειδητότητας και της εσωτερικής παρατήρησης ως μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας και στις δύο τεχνικές.
  • Τεχνική οφθαλμικής διέγερσης: Στο EMDR, η διμερής διέγερση επιτυγχάνεται συνήθως με σάρωση των ματιών πέρα-δώθε σε ολόκληρο το οπτικό πεδίο (με τον θεραπευτή να κινεί το χέρι ή ένα φως και τον θεραπευόμενο να το ακολουθεί), ή με εναλλακτικά ερεθίσματα όπως ελαφρά αγγίγματα (tapping) ή ήχους. Στο Brainspotting, αντιθέτως, η διέγερση επιτυγχάνεται μέσω της σταθερής εστίασης σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο θεραπευτής βρίσκει το “ευαίσθητο” οπτικό σημείο (brainspot) και ζητά από τον θεραπευόμενο να κρατήσει εκεί το βλέμμα του, “κλειδώνοντας” σε αυτήν την θέση αντί να κινεί συνεχώς τα μάτια του. Έτσι, στο EMDR έχουμε κινούμενο βλέμμα καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ, ενώ στο Brainspotting ένα ακίνητο, εστιασμένο βλέμμα για παρατεταμένο χρόνο. Το πρώτο μοιάζει περισσότερο με σάρωση (sweeping), ενώ το δεύτερο με στόχευση (locking onto a spot).
  • Δομή vs. ευελιξία: Το EMDR ακολουθεί μια αυστηρή δομή 8 σταδίων και προκαθορισμένα πρωτόκολλα. Ο θεραπευτής καθοδηγεί ενεργά τον θεραπευόμενο μέσα από συγκεκριμένες φάσεις και βήματα σε κάθε συνεδρία (λήψη ιστορικού, προετοιμασία, αξιολόγηση τραύματος, σετ οφθαλμικών κινήσεων, αξιολόγηση προόδου κ.λπ.). Αντίθετα, το Brainspotting δεν έχει τυποποιημένο πρωτόκολλομε στάδια – είναι μια πιο ευέλικτη, ανοιχτή διαδικασία. Ο θεραπευτής στο Brainspotting αποφεύγει να επιβάλει συγκεκριμένη ακολουθία· αντ’ αυτού, ακολουθεί τη ροή της εμπειρίας του θεραπευόμενου και χρησιμοποιεί πολύ την κλινική του διαίσθηση και την ενσυναισθητική του σύνδεση με τον πελάτη για να κατευθύνει τη θεραπεία. Αυτό συχνά αναφέρεται ως προσέγγιση “μη-πρωτοκόλλου”. Η έλλειψη άκαμπτης δομής σημαίνει ότι κάθε συνεδρία Brainspotting μπορεί να προσαρμοστεί δυναμικά στις αντιδράσεις και τις ανάγκες του θεραπευόμενου σε πραγματικό χρόνο, κάτι που πολλοί θεραπευτές θεωρούν πλεονέκτημα διότι τους δίνει ελευθερία να είναι πιο δημιουργικοί και να “συντονίζονται” διπλά (νευρολογικά και διαπροσωπικά) με τον θεραπευόμενο.
  • Ρόλος της ομιλίας κατά τη συνεδρία: Μια από τις πιο αξιοσημείωτες διαφορές είναι το πόσο “λεκτική” είναι η διαδικασία. Στο EMDR, παρότι δεν πρόκειται για παραδοσιακή συζήτηση, υπάρχει μια μέτρια λεκτική εμπλοκή: μετά από κάθε σετ οφθαλμικών κινήσεων, ο θεραπευτής συνήθως ρωτά τον θεραπευόμενο “Τι παρατηρείς τώρα;” ή τι του ήρθε στο μυαλό, ώστε να αξιολογήσει την πρόοδο και να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο. Δηλαδή, υπάρχει μια περιοδική ανταλλαγή όπου ο θεραπευόμενος περιγράφει σύντομα τις σκέψεις/εικόνες/αισθήσεις που εμφανίζονται. Αντίθετα, στο Brainspotting η ομιλία μειώνεται στο ελάχιστο. Μόλις βρεθεί το brainspot και ξεκινήσει η επεξεργασία, μπορεί να μην υπάρξει καθόλου διάλογος για αρκετά λεπτά ή και για το υπόλοιπο της συνεδρίας. Ο θεραπευόμενος ενθαρρύνεται να βυθιστεί στην εσωτερική του διαδικασία χωρίς να τη διακόπτει για να την περιγράψει με λόγια. Ο θεραπευτής δίνει διακριτικά σήματα παρουσίας (π.χ. ήρεμες φράσεις όπως “πολύ καλά, μείνε εκεί” ή ακόμη και μη λεκτικά, π.χ. ένας συμπονετικός μορφασμός) αντί να κάνει ερωτήσεις ή να συζητά. Αυτή η “λιγότερο λεκτική” προσέγγιση του Brainspotting κάνει πολλούς θεραπευόμενους να νιώθουν πιο άνετα, ειδικά όσους δυσκολεύονται να μιλήσουν για το τραύμα τους· μπορούν να το επεξεργαστούν σιωπηλά, χωρίς την πίεση να βάλουν τα λόγια σε φρικτές εμπειρίες.
  • Έμφαση στις σωματικές αισθήσεις: Και οι δύο μέθοδοι λαμβάνουν υπόψη το σώμα, όμως το Brainspotting το κάνει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Στο EMDR υπάρχει μεν η φάση του “σωματικού ελέγχου” (body scan), όπου μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας ζητείται από τον θεραπευόμενο να σκανάρει το σώμα του για τυχόν υπολειμματική ένταση, ώστε να διαπιστωθεί αν έχει εξουδετερωθεί πλήρως το δυσφορικό φορτίο. Ωστόσο, στο Brainspotting η σωματική επίγνωση είναι κεντρικό στοιχείο καθ’ όλη τη διάρκεια: από την αρχή, η εύρεση του brainspot βασίζεται στην εντόπιση σωματικής αντίδρασης (π.χ. “Πού στο σώμα σου νιώθεις τη μεγαλύτερη ένταση όταν σκέφτεσαι το τραύμα;”) και κατά την επεξεργασία ο θεραπευτής επανειλημμένα επαναφέρει την προσοχή του θεραπευόμενου στο σώμα του (“Παρατήρησε τι συμβαίνει τώρα στο στήθος ή στο στομάχι σου”). Η λογική είναι ότι το τραύμα συχνά “εγκλωβίζεται” σωματικά, και δίνοντας επίμονη προσοχή στις αισθήσεις αυτές, το Brainspotting “ξεκλειδώνει” βαθύτερες σωματικές μνήμες. Το EMDR επίσης αξιοποιεί σωματικές αντιδράσεις, αλλά το κάνει εν μέρει (κυρίως στο body scan στο τέλος και ως ένα από τα στοιχεία που παρακολουθούνται κατά την επεξεργασία), ενώ το Brainspotting εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο σωματικό βίωμα ως οδηγό της θεραπείας σε πραγματικό χρόνο.
  • Έκταση επιστημονικής τεκμηρίωσης: Το EMDR διαθέτει πάνω από τρεις δεκαετίες έρευνας και πλήθος κλινικών δοκιμών που υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητά του. Θεωρείται μία από τις πλέον τεκμηριωμένες θεραπείες τραύματος διεθνώς, με ισχυρά αποτελέσματα σε μετα-αναλύσεις και επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες. Το Brainspotting, όντας πιο νέο (λιγότερο από 20 χρόνια ευρείας εφαρμογής), έχει προς το παρόν λιγότερες επιστημονικές μελέτες. Ωστόσο, οι πρώτες συγκριτικές έρευνες που έγιναν είναι ενθαρρυντικές: για παράδειγμα, μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι το Brainspotting ήταν εξίσου αποτελεσματικό με το EMDR στη θεραπεία του PTSD – και τα δύο οδήγησαν σε σημαντική μείωση των συμπτωμάτων PTSD, άγχους και κατάθλιψης, χωρίς διαφορά στην έκβαση. Άλλες δοκιμές δείχνουν ότι μια μοναδική συνεδρία Brainspotting μπορεί να μειώσει τη δυσφορία από τραυματικές αναμνήσεις παρόμοια με το EMDR. Συνολικά, παρότι το Brainspotting δεν έχει ακόμη τον όγκο δεδομένων του EMDR, τα μέχρι τώρα στοιχεία υποδεικνύουν ότι επιτυγχάνει συγκρίσιμα θεραπευτικά αποτελέσματα. Επιπλέον, ανεπίσημες αναφορές από την κλινική πράξη (ερωτηματολόγια θεραπευτών) υποδηλώνουν ότι πολλοί θεραπευόμενοι ίσως ανταποκρίνονται ακόμη καλύτερα στο Brainspotting – κάτι που παραμένει να επιβεβαιωθεί με μελλοντική έρευνα, αλλά ενισχύει την εικόνα μιας μεθόδου πολλά υποσχόμενης.

Πλεονεκτήματα του Brainspotting

Γιατί να επιλέξει κάποιος το Brainspotting; Παρακάτω συνοψίζουμε ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που χαρακτηρίζουν αυτή τη μέθοδο και τη διαφοροποιούν, καθιστώντας την ελκυστική επιλογή για αρκετούς θεραπευόμενους:

  • Βαθύτερη νευροβιολογική επεξεργασία: Το Brainspotting θεωρείται ότι στοχεύει βαθύτερες περιοχές του εγκεφάλου όπου εδρεύουν οι τραυματικές μνήμες. Σε θεωρητικό επίπεδο, έχει προταθεί ότι η μεθοδολογία του “στρατολογεί” τον μεσεγκέφαλο και άλλες υποφλοιώδεις δομές (π.χ. την αμυγδαλή) για την πρόσβαση και ίαση των σωματοαισθητηριακών αποτυπωμάτων του τραύματος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επιτευχθεί πιο βαθιά επεξεργασία: αντί να δουλεύει μόνο σε γνωστικό/συνειδητό επίπεδο, το Brainspotting πιθανώς ενεργοποιεί τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς αυτοΐασης σε ένα πιο πρωτογενές, σωματικό επίπεδο, οδηγώντας σε ουσιαστική αποφόρτιση του τραύματος. Πολλοί θεραπευτές περιγράφουν το Brainspotting ως εργασία σε “υπο-κυτταρικό” ή αντανακλαστικό επίπεδο, όπου το σώμα απελευθερώνει εγκλωβισμένες αντιδράσεις μάχης/φυγής που είχαν “παγώσει” κατά το τραυματικό γεγονός.
  • Μικρότερη εξάρτηση από τον λόγο: Όπως αναφέρθηκε, το Brainspotting απαιτεί ελάχιστη λεκτική επικοινωνία κατά την κρίσιμη φάση της επεξεργασίας. Αυτό είναι τεράστιο πλεονέκτημα για άτομα που δυσκολεύονται να μιλήσουν για ό,τι έζησαν. Για πολλούς τραυματισμένους θεραπευόμενους, η πράξη της αφήγησης του τραύματος μπορεί από μόνη της να είναι επώδυνη ή επανατραυματική. Στο Brainspotting, τέτοια εκτενής αφήγηση δεν είναι απαραίτητη – ο θεραπευόμενος μπορεί να δουλέψει το ζήτημα σιωπηλά, αφήνοντας τις σωματικές του αντιδράσεις να οδηγήσουν την επεξεργασία. Αυτό δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας: γνωρίζει ότι δεν θα πιεστεί να περιγράψει λεπτομέρειες που ντρέπεται ή φοβάται να εκφράσει. Επιπλέον, η παρουσία του θεραπευτή παραμένει ενεργή μέσω της ενσυναισθητικής στάσης, ακόμη κι αν δεν ανταλλάσσονται πολλές λέξεις. Η εμπειρία δείχνει ότι θεραπευόμενοι με δυσκολία στη λεκτική έκφραση ή με τραύματα που νιώθουν “ανείπωτα” τείνουν να ευνοούνται από αυτή την προσέγγιση.
  • Ευελιξία και προσωποκεντρική προσαρμογή: Το Brainspotting προσφέρει έναν ιδιαίτερα ευέλικτο “χώρο” θεραπείας. Χωρίς άκαμπνα πρωτόκολλα, ο θεραπευτής μπορεί να προσαρμόσει τη μέθοδο σε κάθε πελάτη. Μπορεί να ενσωματωθεί παράλληλα με άλλες τεχνικές (π.χ. IFS, CBT, αναπνοές, τέχνη) εφόσον ταιριάζει, χωρίς να “σπάσει” το πλαίσιό του. Αυτή η προσαρμοστικότητα καθιστά το Brainspotting εύκολα ενσωματώσιμο σε διαφορετικά θεραπευτικά μοντέλα. Επιπλέον, από την πλευρά των θεραπευτών, πολλοί αναφέρουν ότι το Brainspotting είναι πιο εύκολο στην εκμάθηση και εφαρμογή σε σχέση με το EMDR, ακριβώς λόγω της απλότητάς του (μικρότερη έμφαση σε πρωτόκολλα, μεγαλύτερη έμφαση στη φυσική ροή). Σε μια έρευνα σε 112 θεραπευτές που γνώριζαν και τις δύο μεθόδους, το 82% δήλωσε ότι οι πελάτες τους συνήθως ανταποκρίνονται «καλύτερα» ή «πολύ καλύτερα» στο Brainspotting σε σύγκριση με το EMDR, ενώ αντίστοιχο ποσοστό (82%) είπε ότι το Brainspotting ενσωματώνεται πιο εύκολα και αρμονικά με άλλες προσεγγίσεις. Φυσικά, αυτά τα στοιχεία βασίζονται σε υποκειμενικές αξιολογήσεις, όμως αντανακλούν μια γενική εντύπωση ότι το Brainspotting είναι καλά ανεκτό από τους θεραπευόμενους και παρέχει στο θεραπευτή μεγαλύτερη ευελιξία κινήσεων.
  • Πιθανώς ταχύτερη δράση: Παρόλο που η θεραπευτική πρόοδος ποικίλλει από άτομο σε άτομο, υπάρχουν ενδείξεις ότι το Brainspotting μπορεί να επιφέρει γρήγορη ανακούφιση συμπτωμάτων για κάποιους ανθρώπους. Σε μια μικρή κλινική μελέτη, φάνηκε ότι μόλις 3 συνεδρίες Brainspotting ήταν εξίσου αποτελεσματικές με την τυπική πορεία EMDR (η οποία συνήθως διαρκεί 8–12 συνεδρίες) στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων PTSD. Αυτό υποδηλώνει ότι το Brainspotting ίσως δουλεύει πιο αποτελεσματικά σε συντομότερο χρόνο για ορισμένους – πιθανώς επειδή, πηγαίνοντας κατευθείαν στην καρδιά του τραύματος μέσω του εγκεφαλικού σημείου, επιταχύνει την διαδικασία επεξεργασίας. Εάν αυτή η προκαταρκτική διαπίστωση επιβεβαιωθεί από μεγαλύτερες μελέτες, τότε το Brainspotting θα μπορούσε να προσφέρει ένα πιο σύντομο και οικονομικό θεραπευτικό μονοπάτι για το τραύμα. (Φυσικά, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και δεν μπορούν όλα τα τραύματα να επιλυθούν σε 3 συνεδρίες· όμως η δυνατότητα ταχύτερης ανακούφισης είναι ένα ελκυστικό χαρακτηριστικό όπου είναι εφικτό.)
  • Διερεύνηση “θαμμένων” ή πολύπλοκων τραυμάτων: Η κεντρική αρχή του Brainspotting – ότι συγκεκριμένες οπτικές εστίες συνδέονται με υποσυνείδητο τραυματικό υλικό – σημαίνει ότι μπορεί μερικές φορές να ανασύρει στην επιφάνεια μπλοκαρισμένες ή ξεχασμένες μνήμες. Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου θεραπευόμενοι, μέσω του Brainspotting, θυμήθηκαν σημαντικά τραυματικά περιστατικά που είχαν απωθήσει. Για παράδειγμα, σε δημοσιευμένη αναφορά περίπτωσης, ένας βετεράνος πολέμου ο οποίος είχε μερικώς βελτιωθεί με συμβατική θεραπεία και EMDR, κατά την πρώτη συνεδρία Brainspotting “ξεκλείδωσε” μια ξεχασμένη ανάμνηση ξυλοδαρμού από την παιδική του ηλικία, συνοδευόμενη από έντονες σωματικές αντιδράσεις (αιφνίδιος πόνος στο χέρι, όπου είχε αμυνθεί). Μετά από αυτή την αποκάλυψη και λίγες ακόμη συνεδρίες Brainspotting, ο άνθρωπος αυτός βίωσε εντυπωσιακή μείωση των συμπτωμάτων (ακόμη και χρόνιοι πονοκέφαλοι που είχε, εξαφανίστηκαν). Αυτό το παράδειγμα δείχνει πώς το Brainspotting μπορεί να διεισδύσει σε βαθύτερα επίπεδα του ψυχικού τραύματος και να διευκολύνει την επεξεργασία πολύπλοκων, κατακερματισμένων εμπειριών που άλλες θεραπείες ίσως δυσκολευτούν να προσεγγίσουν.

Αποτελεσματικότητα και επιστημονική τεκμηρίωση

Το EMDR, όπως αναφέραμε, υποστηρίζεται από εκτενή έρευνα και θεωρείται από τις πιο αξιόπιστες θεραπείες για το τραύμα. Αντίστοιχα, το Brainspotting, αν και νέο, αρχίζει να τεκμηριώνεται επιστημονικά. Μερικά βασικά ευρήματα για τη σύγκριση των δύο μεθόδων:

  • Συγκριτικές μελέτες: Μια από τις πρώτες ερευνητικές συγκρίσεις του Brainspotting με το EMDR πραγματοποιήθηκε από τους Hildebrand, Grand και Stemmler (2017). Σε αυτή τη μελέτη, άτομα με PTSD έλαβαν θεραπεία είτε με EMDR είτε με Brainspotting και αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και οι δύο θεραπείες οδήγησαν σε σημαντική μείωση των συμπτωμάτων PTSD, καθώς και του συνοδού άγχους και της κατάθλιψης, και δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Με άλλα λόγια, το Brainspotting απέδωσε εξίσου καλά με το καθιερωμένο EMDR όσον αφορά την βελτίωση των ασθενών. Αυτό είναι ένα κρίσιμο εύρημα, διότι υποδηλώνει ότι το Brainspotting αποτελεί αποτελεσματική εναλλακτική θεραπεία για το τραύμα, και όχι απλώς μια ανεπιβεβαίωτη θεωρία.
  • Άμεσες επιδράσεις: Μια ενδιαφέρουσα πειραματική μελέτη (D’Antoni et al., 2022) εξέτασε τις άμεσες επιδράσεις μιας μόνο συνεδρίας EMDR, Brainspotting ή διαλογισμού σωματικής σάρωσης (Body Scan) σε υγιείς ενήλικες που επεξεργάζονταν μια δυσφορική ανάμνηση. Βρέθηκε ότι μία συνεδρία 40 λεπτών τόσο EMDR όσο και Brainspotting ήταν αρκετή για να μειώσει σημαντικά την υποκειμενική δυσφορία (SUD) που σχετιζόταν με την ανάμνηση. Μάλιστα, η μείωση της δυσφορίας από το πριν στο μετά τη συνεδρία ήταν σαφής και με τις δύο μεθόδους, και στο follow-up οι δύο αυτές ομάδες είχαν καλύτερα αποτελέσματα από μια ομάδα ελέγχου. Αυτό δείχνει ότι το Brainspotting (όπως και το EMDR) μπορεί να έχει ταχεία θεραπευτική δράση, ακόμη και μέσα σε μία μόνο συνεδρία, στην επεξεργασία οδυνηρών αναμνήσεων.
  • Αντοχή και αποδοχή: Ένα ζήτημα σε θεραπείες τραύματος είναι η ανοχή των θεραπευόμενων – αρκετοί εγκαταλείπουν (drop-out) επειδή η διαδικασία τούς φαίνεται πολύ δύσκολη ή δυσφορική. Οι υποστηρικτές του Brainspotting υποστηρίζουν ότι ίσως είναι μια πιο ανεκτή μέθοδος. Μια έρευνα σε θεραπευτές που χρησιμοποιούν και τα δύο έδειξε ότι πολλοί βρήκαν τους πελάτες τους να ανταποκρίνονται ευκολότερα και να εγκαταλείπουν σπανιότερα το Brainspotting σε σύγκριση με το EMDR. Επίσης, ένα πλεονέκτημα είναι ότι η εκπαίδευση στο Brainspotting αναφέρεται ως πιο “βατή” για τον θεραπευτή (οι θεραπευτές ένιωθαν πιο ικανοί να το εφαρμόσουν μετά την βασική εκπαίδευση, σε σχέση με την βασική εκπαίδευση EMDR). Αν και αυτά τα στοιχεία χρειάζονται επιβεβαίωση, υποδηλώνουν ότι το Brainspotting μπορεί να είναι πιο φιλικό τόσο για τους θεραπευόμενους όσο και για τους θεραπευτές από πρακτική σκοπιά.
  • Περιπτώσεις και άλλες εφαρμογές: Πέρα από το PTSD, το Brainspotting έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται και να μελετάται για διάφορα ζητήματα ψυχικής υγείας: φοβίες, κρίσεις πανικού, χρόνιες σωματικές ενοχλήσεις που σχετίζονται με τραύμα (π.χ. ανεξήγητοι πόνοι), αθλητικές επιδόσεις (ξεμπλοκάρισμα performance anxiety), ακόμα και πολύπλοκα πένθη. Αναφορές περίπτωσης δείχνουν θετικά αποτελέσματα, αν και απαιτούνται ελεγχόμενες μελέτες. Το σημαντικό είναι ότι δεν έχουν αναφερθεί σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις από το Brainspotting – θεωρείται μια ασφαλής μέθοδος όταν εφαρμόζεται από εκπαιδευμένο θεραπευτή, αντίστοιχης ασφάλειας με το EMDR.

Εν κατακλείδι, η επιστημονική εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι το Brainspotting αποτελεί μια επιβεβαιωμένα αποτελεσματική θεραπεία τραύματος, συγκρίσιμη με το EMDR σε αποτελέσματα, με την προοπτική να προσφέρει ορισμένα πρόσθετα οφέλη (ταχύτητα, βάθος, ανοχή). Καθώς αυξάνεται το ενδιαφέρον της ερευνητικής κοινότητας, πιθανότατα τα επόμενα χρόνια θα δούμε περισσότερα δεδομένα που να εδραιώνουν τη θέση του Brainspotting δίπλα στο EMDR και άλλες αποδεδειγμένες θεραπείες.

Συμπέρασμα

Το EMDR και το Brainspotting είναι δύο ισχυρά εργαλεία στα χέρια των θεραπευτών τραύματος. Το EMDR, με τη μεγάλη του ιστορία και τεκμηρίωση, έχει βοηθήσει αμέτρητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις εφιαλτικές αναμνήσεις και θεωρείται πια “gold standard” στη θεραπεία PTSD. Το Brainspotting, από την άλλη, αντιπροσωπεύει μια νέα γενιά θεραπευτικών προσεγγίσεων: διατηρεί την ουσία της επεξεργασίας μέσω του εγκεφάλου όπως το EMDR, αλλά την υλοποιεί με έναν πιο διαισθητικό, σωματικά εστιασμένο και λιγότερο λεκτικό τρόπο. Αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να το κάνει ιδανικό για κάποιους θεραπευόμενους.

Η επιλογή μεταξύ EMDR και Brainspotting δεν είναι ανταγωνιστική – συχνά, οι δύο μέθοδοι μπορούν να συνυπάρχουν και να αλληλοσυμπληρώνονται. Έμπειροι θεραπευτές ενίοτε χρησιμοποιούν στοιχεία και από τα δύο ανάλογα με την περίπτωση. Ορισμένοι πελάτες ίσως προτιμήσουν τη δομημένη καθοδήγηση και το αίσθημα “ελέγχου” που προσφέρει το EMDR, ειδικά αν νιώθουν ασφάλεια με ένα σαφές πλαίσιο. Άλλοι, ειδικά όσοι δυσκολεύονται να μιλήσουν ή έχουν βαθύτερα σωματοποιημένο τραύμα, μπορεί να ωφεληθούν περισσότερο από το Brainspotting, καθώς τους επιτρέπει να επεξεργαστούν το υλικό τους σε βάθος χωρίς πίεση για λόγια.

Το βέβαιο είναι ότι και οι δύο προσεγγίσεις πρέπει να εφαρμόζονται από κατάλληλα εκπαιδευμένους θεραπευτές. Για κάποιον που αναζητά βοήθεια, το σημαντικότερο βήμα είναι να βρει έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας με εξειδίκευση σε τραυματοθεραπεία (είτε EMDR είτε/και Brainspotting) και σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης να αποφασίσουν μαζί την καλύτερη πορεία. Το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν πολλαπλές, αποτελεσματικές μέθοδοι για την αντιμετώπιση του ψυχικού τραύματος είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο. Το EMDR και το Brainspotting προσφέρουν δύο διαφορετικούς δρόμους προς την ίαση, δίνοντας στους θεραπευόμενους την ελευθερία να επιλέξουν τον τρόπο που τους ταιριάζει καλύτερα για να βρουν την ανακούφιση και την θεραπεία που χρειάζονται.